1. Εισαγωγικά
Οι περισσότερες γλώσσες (ίσως οι πέντε στις έξι) σε όλον τον κόσμο είναι προφορικές, χωρίς να συντρέχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος κωδικοποίησης και εγγραφισμού τους, καθώς δεν προκύπτει ανάγκη χρήσης τους σε επίσημο δημόσιο περιβάλλον (διοίκηση, εκπαίδευση, επικοινωνία). Η μη ύπαρξη γραπτής μορφής δεν στερεί από μια γλώσσα τη λειτουργικότητά της, καθώς η προφορικότητα είναι η πιο φυσική και πρωτογενής μορφή της. Όταν προκύπτει ανάγκη μετάβασης μιας προφορικής γλώσσας από την προφορικότητα στον εγγραμματισμό, αναφύονται πολλά ζητήματα, τα οποία σχετίζονται αρχικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητάς της σε σχέση με το γλωσσικό της περιβάλλον και την ιστορικότητά της, αλλά και τον λόγο για τον οποίο αυτή πρέπει να αποκτήσει γραπτή μορφή. Συχνά αυτή η διαδικασία επενδύεται με έντονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις έως και συγκρούσεις.
Η κουτσοβλαχική (στο εξής ΚΒ) αποτελεί μια από τις προφορικές γλώσσες του σημερινού ελλαδικού χώρου – χωρίς να περιορίζεται στα όριά του, καθώς αποτελεί «οιονεί lingua franca» των Βαλκανίων. Στη συμβολή μου στον τιμητικό τόμο στη μνήμη του συναδέλφου Λουκά Τσιτσιπή, έπειτα από μια σύντομη παρουσίασή της στο πλαίσιο των νεολατινικών γλωσσών της βαλκανικής χερσονήσου, θα δώσω κάποια πληροφοριακά στοιχεία που δείχνουν πως σήμερα τελεί πλέον υπό εξαφάνιση και βρίσκεται στα όρια του γλωσσικού της θανάτου (Τσιτσιπής 2001). Στη συνέχεια, θα επιχειρήσω να αναδείξω θέματα που προκύπτουν όταν κανείς επιχειρεί να κωδικοποιήσει την ΚΒ, και αυτά κινούνται σε δύο άξονες: ο πρώτος είναι η σημερινή της κατάσταση και ο δεύτερος αφορά τις πολύ έντονες κυρίως ιδεολογικά-εθνι (κιστι)κά περιχαρακωμένες αντιπαραθέσεις για τον τρόπο που αυτό θα (πρέπει να) γίνει. Επίκεντρο αυτών των αντιπαραθέσεων είναι το όργανο του εγγραφισμού της γλώσσας, το αλφάβητο. Σε αυτή την ανηλεή σύγκρουση η επιστήμη καλείται –μάλλον χωρίς μεγάλη τύχη– να γεφυρώσει ένα τεράστιο χάσμα.